Η Παραδοσιακή Διδασκαλία με "τεχνολογία αιχμής" (της εποχής)
Στην Ευρώπη και ειδικά στη Γαλλία, παρατηρείται ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα παραγωγή παιδαγωγικών μέσων, τα οποία χρησιμοποιούσαν την τεχνολογία αιχμής της εποχής (ραδιόφωνο, κινηματογράφο). Από το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, άρχισε στις ΗΠΑ η ανάπτυξη μίας βιομηχανίας παραγωγής εκπαιδευτικών ταινιών και ενός παιδαγωγικού ρεύματος, με στόχο την «οπτική» και εν συνεχεία την «οπτικοακουστική» κατάρτιση των μαθητών. Ο διδακτικός σχεδιασμός, ως σύστημα παιδαγωγικής προσέγγισης, γνώρισε ιδιαίτερη άνθιση μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, γεγονός στο οποίο ώθησαν η συμπεριφοριστική ψυχολογία και η εμφάνιση της τηλεόρασης. Το πρώτο ευρύ πέρασμα από τα παραδοσιακά μέσα διδασκαλίας στη χρήση των ΜΜΕ για διδακτικούς σκοπούς, συντελέστηκε κατά τη δεκαετία του 1960. Την ίδια περίοδο έκανε την εμφάνισή του και ο όρος «εκπαιδευτική τεχνολογία» (educational technology). Ο όρος αυτός, στη στενή του έννοια, αναφερόταν στη χρησιμοποίηση τεχνολογιών και τεχνικών συσκευών στη διδασκαλία και τη μάθηση. Ευρύτερα, χαρακτήριζε την ορθολογική χρήση τεχνολογιών, με σκοπό την απόκτηση ενός εκπαιδευτικού αποτελέσματος. Χαρακτήριζε, επίσης, τις αξίες και τα αντίστοιχα αυτών των πρακτικών αποτελέσματα, πραγματικά ή υποτιθέμενα. Παράλληλα, σημειώθηκε και η προσπάθεια ανάπτυξης ειδικών τεχνολογιών και αντίστοιχων συσκευών με αποκλειστική εφαρμογή στη διδασκαλία και τη μάθηση (διδακτικές συσκευές). Πρόδρομος της Σχολής της Συμπεριφοράς (συμπεριφορισμός) υπήρξε ο Pavlov και βασικοί της εκπρόσωποι οι Watson, Thorndikeκαι Skinner. Οι συμπεριφοριστές δεν πιστεύουν ότι υπάρχει δυνατότητα πρόσβασης στις νοητικές καταστάσεις των υποκειμένων, καθώς ο νους θεωρείται ένα δίχως πρόσβαση «μαύρο κουτί». Αποδέχονται την ύπαρξη γενικών νόμων, οι οποίοι διέπουν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Οι νόμοι αυτοί μπορούν να ανακαλυφθούν, ώστε να επιτευχθεί η συσχέτιση των φυσικών χαρακτηριστικών των ερεθισμάτων που δέχεται το υποκείμενο, με τα φυσικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς του. Για τους συμπεριφοριστές, η μάθηση είναι ζήτημα σύνδεσης ερεθισμάτων και συμπεριφοράς και συνίσταται στον σχεδιασμό της διδασκαλίας για την τροποποίηση της συμπεριφοράς, έτσι ώστε, να επιτευχθεί ο εκ των προτέρων σχεδιασμένος διδακτικός στόχος. Προαπαιτούμενο είναι ο λειτουργικός και ξεκάθαρος ορισμός των προς επίτευξη παιδαγωγικών και λειτουργικών στόχων και η αδήριτη ανάγκη της αξιολόγησης για την επίτευξή τους. Κλασική εφαρμογή της παραπάνω θεώρησης πριν την εμφάνιση των Η/Υ υπήρξε η προγραμματισμένη διδασκαλία, οι διδακτικές μηχανές και τα προγραμματισμένα βιβλία. Οι διδακτικές συσκευές δεν διαδραμάτισαν τόσο καταλυτικό ρόλο ως πραγματικές εφαρμογές, όσο, ως εργαλεία θεμελίωσης ενός θεωρητικού πλαισίου. Δημιουργήθηκαν από τη «Σχολή της Συμπεριφοράς» (ή «συμπεριφορισμού») και στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού κινήματος της προγραμματισμένης διδασκαλίας (programmedinstruction), η οποία λαμβάνει χώρα με τη χρήση διδακτικών συσκευών ή προγραμματισμένων βιβλίων. Είναι σχεδιασμένη διδασκαλία που παρουσιάζει την πληροφορία με σειριακό (γραμμικό τρόπο) και μικρά βήματα κάθε ένα από τα οποία απαιτεί μία απάντηση από τον μαθητή. Αν απαντήσει σωστά έχουμε θετική επιβράβευση και προχωρά στο επόμενο βήμα. Αν όχι, επαναλαμβάνει το αντίστοιχο τμήμα της διδακτέας ύλης. Στο πλαίσιο αυτού του κινήματος το προγραμματισμένο διδακτικό βιβλίο ή διδακτική μηχανή αναλαμβάνει το ρόλο του δασκάλου και η καθιερωμένη σχέση «δασκάλου-μαθητή» σχεδόν ανατρέπεται. Επίσης, η χρήση διδακτικών μηχανών εστιάζεται στην εξατομίκευση της διδασκαλίας που βασίζεται στους προσωπικούς ρυθμούς του μαθητή. Παράλληλα, γίνονται προσπάθειες να ληφθεί υπόψη και η προηγούμενη συμπεριφορά του μαθητή ανάλογα με τις απαντήσεις που έχει σώσει στις ερωτήσεις του συστήματος.Σημαντικό ρόλο σε αυτήν την προβληματική έπαιξε και η ιδέα του ελέγχου των διαδικασιών διδασκαλίας και μάθησης που προέρχεται από τη θεωρία της Κυβερνητικής που διατυπώθηκε από τον Μαθηματικό NorbertWiener.
Το πρώτο ευρύ πέρασμα από τα παραδοσιακά μέσα διδασκαλίας στη χρήση των ΜΜΕ για διδακτικούς σκοπούς, συντελέστηκε κατά τη δεκαετία του 1960. Την ίδια περίοδο έκανε την εμφάνισή του και ο όρος «εκπαιδευτική τεχνολογία» (educational technology). Ο όρος αυτός, στη στενή του έννοια, αναφερόταν στη χρησιμοποίηση τεχνολογιών και τεχνικών συσκευών στη διδασκαλία και τη μάθηση. Ευρύτερα, χαρακτήριζε την ορθολογική χρήση τεχνολογιών, με σκοπό την απόκτηση ενός εκπαιδευτικού αποτελέσματος. Χαρακτήριζε, επίσης, τις αξίες και τα αντίστοιχα αυτών των πρακτικών αποτελέσματα, πραγματικά ή υποτιθέμενα. Παράλληλα, σημειώθηκε και η προσπάθεια ανάπτυξης ειδικών τεχνολογιών και αντίστοιχων συσκευών με αποκλειστική εφαρμογή στη διδασκαλία και τη μάθηση (διδακτικές συσκευές).
Πρόδρομος της Σχολής της Συμπεριφοράς (συμπεριφορισμός) υπήρξε ο Pavlov και βασικοί της εκπρόσωποι οι Watson, Thorndikeκαι Skinner. Οι συμπεριφοριστές δεν πιστεύουν ότι υπάρχει δυνατότητα πρόσβασης στις νοητικές καταστάσεις των υποκειμένων, καθώς ο νους θεωρείται ένα δίχως πρόσβαση «μαύρο κουτί». Αποδέχονται την ύπαρξη γενικών νόμων, οι οποίοι διέπουν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Οι νόμοι αυτοί μπορούν να ανακαλυφθούν, ώστε να επιτευχθεί η συσχέτιση των φυσικών χαρακτηριστικών των ερεθισμάτων που δέχεται το υποκείμενο, με τα φυσικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς του. Για τους συμπεριφοριστές, η μάθηση είναι ζήτημα σύνδεσης ερεθισμάτων και συμπεριφοράς και συνίσταται στον σχεδιασμό της διδασκαλίας για την τροποποίηση της συμπεριφοράς, έτσι ώστε, να επιτευχθεί ο εκ των προτέρων σχεδιασμένος διδακτικός στόχος. Προαπαιτούμενο είναι ο λειτουργικός και ξεκάθαρος ορισμός των προς επίτευξη παιδαγωγικών και λειτουργικών στόχων και η αδήριτη ανάγκη της αξιολόγησης για την επίτευξή τους. Κλασική εφαρμογή της παραπάνω θεώρησης πριν την εμφάνιση των Η/Υ υπήρξε η προγραμματισμένη διδασκαλία, οι διδακτικές μηχανές και τα προγραμματισμένα βιβλία.
Οι διδακτικές συσκευές δεν διαδραμάτισαν τόσο καταλυτικό ρόλο ως πραγματικές εφαρμογές, όσο, ως εργαλεία θεμελίωσης ενός θεωρητικού πλαισίου. Δημιουργήθηκαν από τη «Σχολή της Συμπεριφοράς» (ή «συμπεριφορισμού») και στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού κινήματος της προγραμματισμένης διδασκαλίας (programmedinstruction), η οποία λαμβάνει χώρα με τη χρήση διδακτικών συσκευών ή προγραμματισμένων βιβλίων. Είναι σχεδιασμένη διδασκαλία που παρουσιάζει την πληροφορία με σειριακό (γραμμικό τρόπο) και μικρά βήματα κάθε ένα από τα οποία απαιτεί μία απάντηση από τον μαθητή. Αν απαντήσει σωστά έχουμε θετική επιβράβευση και προχωρά στο επόμενο βήμα. Αν όχι, επαναλαμβάνει το αντίστοιχο τμήμα της διδακτέας ύλης. Στο πλαίσιο αυτού του κινήματος το προγραμματισμένο διδακτικό βιβλίο ή διδακτική μηχανή αναλαμβάνει το ρόλο του δασκάλου και η καθιερωμένη σχέση «δασκάλου-μαθητή» σχεδόν ανατρέπεται. Επίσης, η χρήση διδακτικών μηχανών εστιάζεται στην εξατομίκευση της διδασκαλίας που βασίζεται στους προσωπικούς ρυθμούς του μαθητή. Παράλληλα, γίνονται προσπάθειες να ληφθεί υπόψη και η προηγούμενη συμπεριφορά του μαθητή ανάλογα με τις απαντήσεις που έχει σώσει στις ερωτήσεις του συστήματος.Σημαντικό ρόλο σε αυτήν την προβληματική έπαιξε και η ιδέα του ελέγχου των διαδικασιών διδασκαλίας και μάθησης που προέρχεται από τη θεωρία της Κυβερνητικής που διατυπώθηκε από τον Μαθηματικό NorbertWiener.
Επιστροφή στην προήγουμενη σελίδα